Οικονομολόγοι της ΕΚΤ διερευνούν σε νέα έρευνα αν η ενεργειακή κρίση, που συνεχίζεται και βαθαίνει, μετατρέπεται σε εξίσου ισχυρό κύμα αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων. Η αποτίμηση στηρίζεται σε καινοτόμα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία καταγράφουν μέρα με τη μέρα τις τιμές στα σούπερ μάρκετ. Κατά την εκτίμησή τους, η δυναμική με την οποία αναπροσαρμόζονται οι τιμές είναι πιο αδύναμη από ό,τι το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Το εύρημα δεν είναι κατ' ανάγκη ενθαρρυντικό. Στις προβλέψεις των οικονομικών αναλυτών επανέρχεται σταθερά ότι οι αυξήσεις στην ενέργεια και στα αζωτούχα λιπάσματα δεν περνούν όλες αμέσως και εξ ολοκλήρου στις τιμές καταναλωτή. Οι ανατιμήσεις στα καύσιμα φτάνουν ταχύτερα στα ράφια, επειδή επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς στην εφοδιαστική αλυσίδα. Το σύνολο της επίπτωσης ενός ενεργειακού σοκ, όμως, αποτυπώνεται στις τιμές των τροφίμων ακόμη και έξι μήνες αργότερα ή και περισσότερο. Ο χρόνος εξαρτάται από το προϊόν, την καλλιεργητική περίοδο και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, δηλαδή τη βιομηχανία, το γεωγραφικό ανάγλυφο και την εξάρτηση από τις εισαγωγές. Έρευνα της πολυεθνικής Rabobank, που ειδικεύεται σε χρηματοπιστωτικά εργαλεία για τον αγροτροφικό τομέα, προέβλεπε ότι «τα πορτοφόλια των Ευρωπαίων θα πονέσουν τα Χριστούγεννα» και ότι οι ανατιμήσεις στα είδη διατροφής θα κορυφωθούν μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2027. Η νέα μελέτη της ΕΚΤ δεν προδικάζει τις εξελίξεις του άμεσου μέλλοντος. Με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν έως τώρα, κρατά πάντως ψήγματα αισιοδοξίας.
Το βάρος των τροφίμων στο καλάθι του νοικοκυριού
Στο καλάθι κατανάλωσης της ζώνης του ευρώ, με το οποίο υπολογίζεται ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕΔΤΚ), τα τρόφιμα αντιστοιχούν περίπου στο 20% των δαπανών. Για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος το μερίδιο είναι υψηλότερο και στην Ελλάδα φτάνει έως και το 32%.
Γι' αυτό οι μεταβολές στις τιμές των τροφίμων βαραίνουν αποφασιστικά στον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά αντιλαμβάνονται τον πληθωρισμό και σχηματίζουν τις προσδοκίες τους.
Οι Έλληνες εμφανίζονται ως οι πιο απαισιόδοξοι καταναλωτές στην Ευρώπη, τόσο για την πορεία του πληθωρισμού όσο και για τον λεγόμενο «αντιληπτό πληθωρισμό» (perceived inflation). Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια στα τρόφιμα και στη στέγαση. Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός των τροφίμων πέρασε σε αρνητικό έδαφος ορισμένους μήνες του 2026, τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο, ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν ελαφρύνει. Οι σωρευτικές ανατιμήσεις φτάνουν το 35% μέσα σε έξι χρόνια.
Τα τρόφιμα στη νομισματική πολιτική
Η ανάλυση της ΕΚΤ επισημαίνει ότι, από την οπτική της νομισματικής πολιτικής, χρειάζεται να γίνει κατανοητή η δυναμική ενός κύματος αναπροσαρμογής των τιμών στα ράφια.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να διακρίνουν πόσο γρήγορα προσαρμόζουν τις τιμές οι επιχειρήσεις, πόσο ευρείες είναι οι προσαρμογές και αν μπορούν να γεννήσουν επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Για να αποτυπώνει τη δυναμική αυτή σε πραγματικό χρόνο, η ΕΚΤ έχει φτιάξει το εργαλείο Daily Price Dataset (Σύνολο Δεδομένων Καθημερινών Τιμών, DPD). Με αυτό παρακολουθεί τις τιμές στα σούπερ μάρκετ την ώρα που διαμορφώνονται.
Σύμφωνα με το εργαλείο, μετά τον ενεργειακό κλονισμό του Μαρτίου του 2026 σημειώθηκαν ανατιμήσεις στα τρόφιμα σε μεγάλη κλίμακα και έπειτα ακολούθησε σταθεροποίηση. Η ΕΚΤ επιμένει πως η εικόνα είναι σχετικά ενθαρρυντική, επειδή το 2022 οι αυξήσεις συνέχισαν να βαθαίνουν.
Πόσο συχνά και πόσο πολύ αλλάζουν οι τιμές
Για τις εκτιμήσεις τους σχετικά με τον πληθωρισμό, οι αναλυτές της ΕΚΤ εξετάζουν δύο βασικές πλευρές. Η πρώτη είναι η συχνότητα με την οποία οι επιχειρήσεις ανεβάζουν και κατεβάζουν τις τιμές, το λεγόμενο «εκτατικό περιθώριο». Η δεύτερη είναι το μέγεθος των μεταβολών, το «εντατικό περιθώριο». Μαζί απαντούν σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ο πληθωρισμός προέρχεται από λίγες μεγάλες ανατιμήσεις ή από ένα ευρύτερο κύμα σε όλο το φάσμα των προϊόντων και των λιανοπωλητών;
Το Project Spectrum
Για να δοθεί απάντηση, το προσωπικό της ΕΚΤ στο ερευνητικό δίκτυο PRISMA, που παρακολουθεί τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, ανέπτυξε το DPD μαζί με το Δίκτυο Καινοτομίας της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και την Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας. Το DPD αντλεί τις τιμές προϊόντων από τα online σούπερ μάρκετ. Με αλγόριθμο τεχνητής νοημοσύνης (AI-based classifier) εντάσσει τους κωδικούς σε κατηγορίες πάνω στις οποίες στηρίζεται το καλάθι του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Η συχνότητα αναπροσαρμογής των τιμών μετράται σε μηνιαία βάση και σε επιλεγμένους κωδικούς, ώστε να αφαιρούνται οι σύντομες διακυμάνσεις, όπως εκείνες από εκπτώσεις και προσφορές. Επειδή όμως το εργαλείο συγκεντρώνει δεδομένα συνεχώς, επικαιροποιεί τις εκτιμήσεις του σε όλη τη διάρκεια του μήνα.
Τι δείχνει το DPD για το 2026 και το 2022
Το DPD έδειξε ότι τον Μάρτιο, μετά το ενεργειακό σοκ, η συχνότητα των ανατιμήσεων στα τρόφιμα αυξήθηκε. Η έντασή τους, όμως, ήταν πολύ μικρότερη από εκείνη της πληθωριστικής έξαρσης του 2022. Το χάσμα ανάμεσα στη συχνότητα των αυξήσεων και των μειώσεων τιμών παραμένει μικρό. Το 2022, αντίθετα, καταγράφηκαν και μεγάλες αυξήσεις και συχνότερες ανατιμήσεις.
«Γεράκια» και «περιστέρια»
Το αλγοριθμικό «υποδεκάμετρο» του Project Spectrum μοιάζει εκ πρώτης όψεως πολύ τεχνικό, σαν εξηνταβελόνης που μετρά «τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι». Πίσω από τη λεπτομερή εξέταση των μικροδεδομένων, όμως, βρίσκονται κρίσιμες επιλογές νομισματικής πολιτικής για τη ζώνη του ευρώ. Αντλώντας στοιχεία από τον DPD, οι συντάκτες της μελέτης τάσσονται προφανώς με τα «περιστέρια» της ΕΚΤ, που εισηγούνται αυτοσυγκράτηση, και όχι με τα «γεράκια», που πιέζουν για νέες αυξήσεις επιτοκίων. «Μετά τον ενεργειακό κλονισμό του 2026, διαπιστώνουμε μέχρι στιγμής ελάχιστα στοιχεία για μια επίμονη αλλαγή στη συχνότητα με την οποία οι λιανοπωλητές αναπροσαρμόζουν τις τιμές των τροφίμων, σε αντίθεση με το 2022», καταλήγουν, με ένα νεύμα προς τις μετριοπαθείς φωνές μέσα στην ΕΚΤ, που θέλουν να πιστεύουν ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο.

































